Friday, August 21, 2020

Ένας λιμανίσιος σκύλος




Ήταν χτες, ήταν αύριο. 

Τα δάχτυλά μου από πέτρα και ξύλο
που δεν ξέρουν πια την ηλικία μου...

Ήταν χτες, ήταν αύριο.

Μένει μόνο να σας ομολογήσω
ότι μου συμβαίνει να ονειρεύομαι
σιωπή
ναι
σιωπή
για μερικούς αιώνες επιτέλους
– εφτά, ή οχτώ, ή εννιά
κι ίσως ένα σκύλο να πηγαινοέρχεται
τα πλευρά του και μόνο αυτά στη σκιά της πέτρας μου
τη ζεστή του ανάσα
το σκοτεινό του μουσούδι
τη γλώσσα του να πίνει από τα βροχόνερά μου
ένα σκύλο
που ποτέ δεν πούλησε ένα φίλο
ένα σκύλο
που έχει γραμμένες
τις άστατες αλλαγές και τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου
τις λάβες του Άρη και το νουκλεϊκό οξύ
το Καλό και το Κακό στο βάθος του φύλου των θηλυκών
τις ποσοστώσεις και τις εταιρείες συμβούλων
τα δωμάτια για ραντεβού και τις απονομές βραβείων
τις μίζες και τους χαμένους κρίκους
τους οικισμούς υψηλής ασφαλείας και τις ντισκοτέκ
τα τσεκ-πόιντ και τις αυτοψίες
την ειρωνεία και τις υποσχέσεις

τη σιωπή
ναι
τη σιωπή
και να κοιταχτώ στα μάτια αυτού του σκύλου για να βρω εκεί κάτι απ’ την ψυχή μου.



«Το ταξίδι προς το Anima ξεκίνησε, περιέργως, από τη Χάβρη. Θέλουμε να πούμε ότι το βιβλίο του Ουαζντί Μουαουάντ το πρωτομάθαμε από τα λόγια ενός ποιητή, από λίγες λέξεις που είχε γράψει ο Ζοζέφ Αντράς στις ευχαριστίες ενός βιβλίου του, ξεκινώντας έτσι μια διαδικασία που κατέληξε στην ελληνική έκδοση του Anima. Ήταν χτες, ήταν αύριο – κι ήταν πριν τρία χρόνια που μεταφράζαμε εκείνο το ποίημα του Αντράς, κατά σύμπτωση στο ίδιο παλιό λιμάνι που βρισκόμαστε και τώρα. Ίσως δεν είναι άστοχο, λοιπόν, που ζητάμε να βάλουμε εδώ, στο μπλογκ του Anima, μια επετειακή υπενθύμιση της μετάφρασης του Ακόμα κι αν απομείνει μονάχα ένας σκύλος
»Σ’ αυτό το ποίημα σε πρόζα, το λιμάνι της Χάβρης παίρνει το λόγο, σε πρώτο πρόσωπο. Έχοντας στο νου έναν αγαπημένο του τόπο, ο Ζοζέφ Αντράς σύνθεσε ένα μονόλογο ή ποίημα-ποταμό, γραμμένο θαρρείς για να ξεστομιστεί, να προφερθεί, να απαγγελθεί ρυθμικά, να ραπαριστεί. To προσωποποιημένο λιμάνι αφηγείται τις περιπέτειές του, από τη συμμετοχή τους στις εξερευνήσεις και την άγρια εκμετάλλευση του Νέου Κόσμου έως την ισοπέδωσή του από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς και μέχρι σήμερα, περνώντας από πολέμους, εργατικές αναταραχές, δουλεμπορικά ταξίδια και αντιαποικιακούς αγώνες, και ταυτίζεται σιγά-σιγά με τους δικούς του, είτε πρόκειται για τους φουκαράδες που αγγαρεύτηκαν για να σκάψουν στην αυγή του 16ου αιώνα είτε για τους λιμενεργάτες που επιμένουν να υπάρχουν (ξεροκέφαλοι κάτω από τις κάσκες) στην αυγή του 21ου, είτε τέλος για έναν αδέσποτο σκύλο που πηγαινοέρχεται στους μώλους πίνοντας βροχόνερα. Καταλήγει έτσι ν’ αποχτήσει μια δική του ζωή, ξεφεύγοντας εν μέρει από το δημιουργό του για να γίνει ένα νέο μεθυσμένο καράβι που αψηφά το μεγάλο μπλε του κόσμου. Πάνω του και γύρω του, ναυτικοί κι ένα παρδαλό πλήθος πάλλονται σ’ ένα δικό τους αλλόκοτο ρυθμό, όπου ακούγεται συχνά το τρίξιμο από τις παλιές αλυσίδες και τους αυτόματους γερανούς.»

Φράνκυ & Τζούντυ


Μετάφραση: Τζούντυ Αλγκράντη & Φράνκυ Ολονέζος
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017

Δείτε περισσότερα: αναγνώσεις αποσπασμάτων της ελληνικής μετάφρασης και σχιζοφωνική απόδοση στα γαλλικά.

Sunday, July 7, 2019

Rage, rage against the dying of the light


 
Après nous la Liberté

Do not go gentle into that good night

Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη·
ας καίνε, ας παραληρούν όταν τελειώνει η μέρα
τα γηρατειά κι ας μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

Σοφοί, που είδαν το δίκαιο σκοτάδι να προσμένει,
γιατί δεν χρησμοδότησαν με φλόγες στον αέρα
δεν στέργουν ήσυχα να παν σε νύχτα ευλογημένη.

Όσοι αγαθοί, φωνάζοντας στο κύμα που βαθαίνει
πως σ’ ακρογιάλι πράσινο θα χόρευε μια μέρα
κάθε τους πράξη, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

Όσοι τρελοί τραγούδησαν τον ήλιο που μακραίνει
κι αργά πολύ κατάλαβαν πως τον θρηνούσαν, πέρα
δεν στέργουν ήσυχα να παν, σε νύχτα ευλογημένη.

Όσοι αυστηροί, που στα στερνά τους βλέπουν τυφλωμένοι
ότι μπορούν μάτια τυφλά ν’ αστράφτουν στον αιθέρα
και να γιορτάζουν, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

Κι εσύ, πηγαίνοντας ψηλά στη θλίψη που σε υφαίνει,
κατάρα δώσε μου κι ευχή το δάκρυ σου, πατέρα.
Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη.
Να μαίνεσαι, να μαίνεσαι όταν το φως πεθαίνει.
                                                             
                                                                        Ντίλαν Τόμας

(Μετάφραση από τον Διονύση Καψάλη, στο «Μπαλάντες και Περιστάσεις», εκδ. Αγρα, Αθήνα 1997)

Πολλοί άνθρωποι έχουν εντυπωσιαστεί από αυτό το ποίημα του Ντίλαν Τόμας...
ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Thursday, May 23, 2019

Τεχνάσματα της αφήγησης


το Bestiarium του Μουαουάντ

Το Bestiarium ή Ζωολόγιο, ως γνωστό, είναι συλλογή μύθων για ζώα ή, πιο σωστά, παρουσίαση ενός καταλόγου ζώων, είτε πραγματικών είτε φανταστικών, όπου το καθένα συνδέεται με μία ή περισσότερες «ιστορίες» με κάποιο δίδαγμα ή «νόημα», ηθικό, μυστικιστικό ή θρησκευτικό. Στη ρίζα αυτής της παράδοσης βρίσκεται βέβαια ο Φυσιολόγος, διάσημο αλεξανδρινό κείμενο της ύστερης λίγο-πολύ αρχαιότητας, όμως το είδος άκμασε κυρίως στη μεσαιωνική εποχή, όπου συνδυάστηκε με κάθε είδους αλληγορίες (υπήρξε και ερωτικό ζωολόγιο). Ζωολόγια (τα έχουν πει και «θηριολόγια») συνέχισαν να γράφονται και μετέπειτα, κάποτε διατηρώντας τις υψηλές πνευματικές αξιώσεις του είδους και άλλοτε, ολοένα και συχνότερα, γλιστρώντας σ’ ένα παιγνιδιάρικο κλίμα ή εκφράζοντας κάποιου είδους διανοητική εκλέπτυνση. Στη νεότερη εποχή, φέρνει στο νου, σε μένα τουλάχιστον, το Bestiaire  του Γκιγιόμ Απολινέρ (με τις ξυλογραφίες του Ραούλ Ντυφί), στους πιο πολλούς ίσως θυμίζει τα φανταστικά όντα του Μπόρχες, σε κάποιους πιο εκκεντρικούς τη Ζωολογία του Μίλος Ματσόουρεκ, και πάει λέγοντας. Δεν ξέρω αν κάτι από όλες αυτές τις παραδόσεις έφτασε να επηρεάσει τον Μουαουάντ, πάντως όλ’ αυτά μαζί με κάνανε να σκεφτώ το βιβλίο, καταρχήν, σαν ένα ιδιόμορφο ζωολόγιο. Στην κατεύθυνση αυτή, αυθαίρετη ή όχι, θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε μια λιγάκι σχολαστική ανάλυση.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Saturday, May 11, 2019

Στους πολέμους των άλλων


Θα γίνει λοιπόν κάποια τελετή αύριο; ρώτησε αυτός.
Ναι, του απάντησε ο διπλανός του, προς τιμή των στρατιωτών του Συντάγματος Μακ Κέντρι. Είναι εντυπωσιακό για μια τόσο μικρή πόλη, όμως υπάρχει στο Λίβανο ένα πολύ παλιό πανεπιστήμιο. Τον Μάιο του 1861, εννιακόσιοι από τους σπουδαστές και τους καθηγητές του στρατεύτηκαν στις γραμμές του 117ου συντάγματος του Ιλινόι για να υπερασπίσουν τα λάβαρα της Ένωσης. Αύριο, εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα, μέρα με τη μέρα, η αμερικανική σημαία θα αποτεθεί πάνω στους τάφους των στρατιωτών Τζέσι Μπραντ, Γουίλιαμ Όγκντεν και Σάμιουελ Ντενίν, που ήταν καθηγητές εδώ, στο τμήμα ξένων γλωσσών. Και ο πατέρας μου, ο λιγάκι κουραστικός κύριος, θα αποθέσει τη γαλλική σημαία πάνω στον τάφο του Φρανσουά-Ζαν Ντ’ Ισεμέρ, που διέσχισε τον ωκεανό για να ενισχύσει εκείνους που αγωνίζονταν εναντίον της δουλείας. Ήταν ένθερμος θαυμαστής του Λαφαγέτ, κάποιος που είχε διαβάσει τον Τοκβίλ και που, όπως κι εκείνος, ήταν διχασμένος ανάμεσα στις αριστοκρατικές του ρίζες και την αγάπη του για την πορεία της Ιστορίας. Ήρθε εδώ σαν ελεύθερος σπουδαστής όμως είναι σαν ελεύθερος άνθρωπος που στρατεύτηκε υπέρ της ελευθερίας. Χωρίς να το ξέρει, εγκαινίασε μια παράδοση που θα κορυφωθεί με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες στον πόλεμο της Ισπανίας, στον οποίο θα πάρει μέρος ο παππούς μου Μπερτράν Ισεμέρ. «Στρατευτήκαμε στον πόλεμο των άλλων επειδή οι ιδέες τους ήταν οι δικές μας!». Ο Φρανσουά-Ζαν Ντ’ Ισεμέρ σκοτώθηκε στη μάχη του Γκέτισμπουργκ και θάφτηκε εδώ, μαζί με τους φίλους του για τους οποίους θέλησε να χύσει το αίμα του. Ο Μπερτράν Ισεμέρ σκοτώθηκε στις μάχες για την υπεράσπιση της Βαρκελόνης. Πιθανότατα τον έριξαν σε κάποιο κοινό λάκκο μαζί με τους αναρχικούς συντρόφους του. Ο πατέρας μου, αυτός, έσπασε το πόδι του για να αποφύγει να πάει στην Αλγερία κι εγώ, ο Νταβίντ, τελευταίος απόγονος αυτής της γενιάς των γενναίων, το μόνο που έχω κάνει είναι να σπουδάσω. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων μ’ έκαναν να κλαίω, παιδί, όταν ο πατέρας μου, αυτός ο λιγάκι κουραστικός άνθρωπος που μόλις μας άφησε, αυτός ο λιγάκι χοντροκομμένος χοντρός, μου τις αφηγιόταν κλαίγοντας κι ο ίδιος.


ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Sunday, April 21, 2019

Η επιστροφή των Ιροκέζων


(Η σκιά της Όκα στο Anima)


Το καλοκαίρι του 1990, η καναδέζικη κοινή γνώμη υποχρεώθηκε να θυμηθεί κάτι που, μέσα στην ευφορία εκείνης της εποχής, έμοιαζε ξεπερασμένο ή απαρχαιωμένο. Η αφορμή, αρκετά πεζή, ήταν η «εκμετάλλευση της αναξιοποίητης γης», ή αλλιώς η επέκταση ενός γηπέδου γκολφ, με πολυτελείς εγκαταστάσεις, μέσα σε περιοχή «αμφισβητούμενη», κατά την επίσημη ορολογία. Για τους Ινδιάνους Μοχόκ, που τη θεωρούσαν κοινοτική γη, ήταν ένας ιερός πευκώνας, ένα πατρογονικό νεκροταφείο κι ένα παραδοσιακό γήπεδο λακρός. Ένα συνηθισμένο επεισόδιο καταπάτησης γης, όπως τόσα και τόσα στη βορειοαμερικάνικη ιστορία, που έπαιρνε τώρα κάπως γραφική μορφή: πνεύματα του δάσους και ψίθυροι των προγόνων (ντεμοντέ ινδιάνικη μυθολογία) απέναντι στη μοντέρνα καπιταλιστική μυθολογία (επενδύσεις, αξιοποίηση, δημιουργία θέσεων εργασίας). Οι εργολάβοι δεν ανησυχούσαν ιδιαίτερα και έλπιζαν ότι οι αντιδράσεις θα ήταν διαχειρίσιμες.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Monday, April 15, 2019

Δωρεάν συγκοινωνίες



Σκοτάδι της υπαίθρου, φως των πόλεων και των χωριών, τακτική εναλλαγή από το ένα στο άλλο, άνεμος να μπαίνει από τη μεγάλη ανοιχτή πόρτα, βιαστικές σκιές να σαρώνουν το εσωτερικό του βαγονιού, το τρένο πήγαινε, πήγαινε, κι εμείς ήμασταν στην κοιλιά του, ήμασταν μέσα στον πάταγο των οχημάτων του που ταρακουνιόνταν πάνω στις ράγες, μέσα στα τριξίματα των τροχών του, στα στριγκλιάρικα σφυρίγματα της ατμομηχανής του και μέσα στη νύχτα που ξετύλιγε έξω μεγάλα κομμάτια έναστρου ουρανού.
Ash Hill, Missouri / Delaplaine, Arkansas

Ξαπλωμένος σ’ όλο του το μάκρος στο λιγδιασμένο πάτωμα ενός επίπεδου βαγονιού χωρίς τοιχώματα και χωρίς γωνίες, κάρφωνε το βλέμμα στο ξετύλιγμα του ουρανού πάνω απ’ το κεφάλι του και καταγινόταν, με το μπράτσο σηκωμένο και το δάχτυλο τεντωμένο, να μετράει τ’ άστρα.
Iron Gates, Missouri / Empire City, Kansas

 [...] Ξανάκλεισε τα μάτια, κούρνιασε πάνω μου και, παρά τον ορυμαγδό τούτου του κοτσαδόρου που μας σέρνει και μας τραβάει, παρά την αναστάτωση που ρήμαζε το μυαλό του, προσπάθησε να αποκοιμηθεί.
Labette, Kansas

Το τρένο έκοψε το τρέξιμό του και ακινητοποιήθηκε στη μέση ενός αγρού. Ούτε πόλη ούτε χωριό στα πέριξ, κανένας δρόμος, κανένα μονοπάτι, ούτε καν ρυάκι, τίποτα, μόνο η ισιάδα της πεδιάδας και ο άνεμος που χάραζε αυλάκια στις πλαγιές των λόφων. [...] Η αμαξοστοιχία, σωριασμένη κατά μήκος της καμπύλης της, ατέλειωτο ζώο σερπετό, έμνησκε εκεί, εγκαταλειμμένη για πάντα. Σύννεφα πουλιών ανέβαιναν στη διαφάνεια τ’ ουρανού. Ο Γουάχς είχε αποκοιμηθεί, ξεκουραζόταν, διπλωμένος, με το πρόσωπο κρυμμένο ανάμεσα στα διπλωμένα μπράτσα του.
Ξύπνησα από το θόρυβο των βημάτων τους. Οσμίστηκα τις μυρωδιές τους, άκουσα τον ήχο των φωνών τους, είδα τις σκιές τους να προβάλλουν στο χαλικόστρωτο έδαφος. Φάνηκαν τέσσερις άνθρωποι. Σηκώθηκα και μούγκρισα. What the fuck is that! είπε ένας από αυτούς. 

ΣΥΝΕΧΕΙΑ↓

Sunday, April 7, 2019

Τι είναι ο κόρονερ;



 ή    Ο φύλακας των γεγονότων
 

Μετά από τριάντα χρόνια σταδιοδρομίας, λίγα πράγματα μπορούσαν πια να με απογοητεύσουν. Τριάντα χρόνια εφιάλτες, σκοτωμοί, ανθρωποκτονίες, δράματα και τραγωδίες μού είχαν επιτρέψει να δω την πιο αποτρόπαια και την πιο όμορφη όψη του ανθρώπινου γένους. Είναι μια ιδιαίτερη θέση, να είσαι κόρονερ, ένα παρατηρητήριο στραμμένο προς τα βάραθρα του Homo sapiens sapiens. Φόνοι παιδιών, γυναικών και αντρών, διαπραγμένοι από άντρες, γυναίκες και παιδιά, και όλοι οι συνδυασμοί είναι πιθανοί. Έτσι συμβαίνει από την απαρχή των καιρών. Μάταια περιστρέψαμε το πράγμα προς όλες τις κατευθύνσεις, μάταια δοκιμάσαμε την αποστασιοποίηση, την αγάπη, τη συγχώρεση, τον νόμο, τη μετενσάρκωση, τη δημοκρατία, τις ουτοπίες, τις θρησκείες, δεν γλιτώνουμε: κάποια Κυριακή πρωί, κάποιος άνθρωπος, απελπισμένος με τον γείτονά του εξαιτίας κάποιας διαφωνίας για το καθάρισμα του χιονιού, θα τον σκοτώσει με φτυαριές στο πρόσωπο. Στην καρδιά του μεγάλου χάους των παραστρατημένων ψυχών, ο κόρονερ είναι ο φύλακας των γεγονότων. Δεν είναι αστυνομικός, δεν κρατάει όπλο, δεν καταδιώκει τους εγκληματίες, δεν ανακρίνει. Ασχολείται με τα γεγονότα. Ποιος πέθανε; Πού και πότε; Σε ποιες περιστάσεις; Τι πρέπει να καταλάβουμε; Θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι; Δεν προχωρά ποτέ πέρα από αυτές τις λιγοστές, συγκεκριμένες ερωτήσεις. Προστατεύει ζωές, κάνει συστάσεις και συντάσσει αναφορές. Πάντα. Σύμφωνα με το ίδιο σχεδιάγραμμα, απαράλλαχτα.
         1. Πιθανή αιτία του θανάτου.
2. Εξακρίβωση ταυτότητας.
3. Περιστάσεις του θανάτου.
4. Συστάσεις.
5. Συμπέρασμα.
[...] Οι κανόνες της αναφοράς είναι αυστηροί, υπάρχει ένα πρότυπο, υπάρχουν οι σωστοί όροι, υπάρχουν οι τρόποι. Είναι φυσιολογικό, χρειάζεται μια εξειδικευμένη γλώσσα ώστε όλος ο κόσμος να μπορεί να συνεννοηθεί, όμως ό,τι κερδίζουμε σε διαύγεια το χάνουμε σε αποχρώσεις και, καθώς χρησιμοποιούμε πάντα το ίδιο λεξιλόγιο, όλοι οι φόνοι καταλήγουν να μοιάζουν.

 ("Homo sapiens sapiens", στο Anima του Ουαζντί Μουαουάντ – κυκλοφορεί)

Tuesday, April 2, 2019

Δεν θα ήταν όλα χαμένα





Κοίταξα ένα χάρτη. Τους φαντάστηκα και τους τρεις να ανεβαίνουν ακόμα ψηλότερα, για να φτάσουν στο Ινούβικ, να περιμένουν πότε θα παγώσουν τα νερά για να συνεχίσουν πάνω από τα παγωμένα κανάλια, προς το Τουκτογιάκτουκ, στον κόλπο Κουγκμάλιτ, ανοιχτό στη θάλασσα Μποφόρ και τον μεγάλο Αρκτικό Ωκεανό.

Τι θα ρίξουν μέσα στη βουή των κυμάτων; Τι θα θελήσουν να εξομολογηθούν στην άβυσσο; Ποια θλίψη; Ποιον καημό; Υπάρχουν, στα βάθη των θαλασσών, τερατώδη ψάρια προικισμένα με λόγο, φύλακες μιας αρχαίας γλώσσας, λησμονημένης πια, που τη μιλούσαν κάποτε άνθρωποι και ζώα στις όχθες των χαμένων παραδείσων. Ποιος θα τολμήσει ποτέ να βουτήξει για να τα συναντήσει και να μάθει κοντά τους να ξαναμιλάει και να αποκωδικοποιεί αυτή τη γλώσσα; Ποιο ζώο; Ποιος άντρας; Ποια γυναίκα; Ποιο πλάσμα; Αυτό, αν επέστρεφε στην επιφάνεια, θα έφερνε μέσα στο μελανιασμένο απ’ το κρύο στόμα του τα σπαράγματα μιας εξαφανισμένης γλώσσας, την αλφαβήτα της οποίας αναζητούμε ακούραστα κι από πάντα. Θα ξαναμαθαίναμε να μιλάμε. Θα επινοούσαμε νέες λέξεις. Ο Γουάχς θα ξανάβρισκε το όνομά του. Δεν θα ήταν όλα χαμένα.

 ("Homo sapiens sapiens", στο Anima του Ουαζντί Μουαουάντ – κυκλοφόρησε σήμερα)

Monday, April 1, 2019

Θήραμα και παγίδα





Άντρες, με την πλάτη στηριγμένη στον πάγκο, τον παραμόνευαν ρουφώντας απ’ το ποτήρι τους. Αυτός, αδιάφορος, είχε προσηλωθεί, σ’ ένα γυαλί τοποθετημένο πάνω από τα ράφια όπου στοίχιζαν τα μπουκάλια, στην αντανάκλαση μιας γκραβούρας που κρεμόταν στον απέναντι τοίχο: ένα κοριτσάκι, σε προφίλ, ξάπλωνε γυμνό σ’ ένα καναπέ. Με το ένα χέρι άφηνε να κρεμαστεί ένα νεκρό πουλί που το κρατούσε με τ’ ακροδάχτυλα από την άκρη της φτερούγας, με το άλλο χάιδευε το φύλο της. Στα πόδια της, ένα αγρίμι, ένας πιτσιλωτός αίλουρος, με το κεφάλι υψωμένο και το στόμα ανοιχτό, ετοιμαζόταν να καταβροχθίσει το πουλί. Ήταν μια παλιά γκραβούρα με ξεθωριασμένα χρώματα. Όταν η αίθουσα μένει έρημη και τα φώτα σβήνουν, μου συμβαίνει να σκαρφαλώνω σ’ αυτό τον πίνακα. Μου αρέσει να κοιμάμαι στο κοίλωμα των σκιών του κοριτσιού, στο ύψος του φύλου της, να φαντάζομαι ότι εισχωρώ εκεί για ν’ αφήσω τ’ αυγά μου και για να χτίσω μια πόλη φτιαγμένη από εύθραυστα μεταξένια νήματα. Θα γινόταν ένας υπνωτικός ιστός που θα παγίδευε τα πιο μυστηριώδη ζωύφια, χρυσωμένα έντομα, κατσαρίδες, πράσινες και κίτρινες, τεράστιες, φερμένες από μακρινές χώρες, εξωπραγματικές, για να κατασπαράξουν τους ανθρώπους και να μας απαλλάξουν από αυτούς. Να έκανε κι αυτός το ίδιο όνειρο; Και θα ήταν εφικτό, για μια και μοναδική φορά, άνθρωπος και έντομο να μπορούσαμε να μοιραστούμε την ίδια επιθυμία;

[...] Μιας και δεν με πρόσεχαν, σκαρφάλωσα στον πάγκο, έτρεξα, στάθηκα στο ύψος του και τούρλωσα το θώρακά μου: τον έβλεπα επιτέλους όπως ήθελα να τον δω. Μπορούσα να νιώσω τη φύση του, να την ψαχουλέψω από τα μέσα. Πέρα από την ανθρώπινη πρόσοψη, πίσω από την οποία κρυβόταν, τούτο το πλάσμα είχε φασκιωμένη την καρδιά μ’ έναν αθέατο ιστό από μετάξι φτιαγμένο από την ίδια του τη σάρκα, και το αποκρουστικό ζώο που τον κρατούσε αιχμάλωτο, που τρεφόταν απευθείας από τα σωθικά του, δεν ήταν άλλο παρά αυτός ο ίδιος. Ο ίδιος ήταν θήραμα και παγίδα του εαυτού του.

"Tegenaria domestica", στο Anima του Ουαζντί Μουαουάντ – κυκλοφορεί τούτη τη βδομάδα)

Εικόνα: Carl Ray, Γυναίκα-αράχνη (λεπτομέρεια)


Friday, March 29, 2019

Για μια παιδική ηλικία

«Αν κάποιος ενήλικος, κατά μεγάλη σύμπτωση, συναντηθεί κάποια μέρα, ας πούμε βγαίνοντας από μια πυκνή ομίχλη, με το παιδί που είχε υπάρξει ο ίδιος, και αν και οι δυο τους αναγνώριζαν ο ένας τον άλλο, θα σωριάζονταν αμέσως κάτω κρύβοντας το πρόσωπό τους, ο ενήλικος από απελπισία, το παιδί από τρομάρα».

WM


Η μητέρα μου ήταν από ελληνοκαθολική οικογένεια, ο πατέρας μου από μαρωνίτικη οικογένεια. Ασφαλώς ακολουθούσαμε το θρήσκευμα του πατέρα. Ήμασταν επομένως μαρωνίτες χριστιανοί και ζούσαμε σ’ ένα μαρωνίτικο χωριό, περικυκλωμένο από χωριά Δρούζων. Φύγαμε από εκεί μετά από ένα επεισόδιο, όταν τρεις Δρούζοι επιτέθηκαν στο αυτοκίνητο των γονιών μου. Η μητέρα μου φοβήθηκε πολύ. Ήταν έγκυος σε μένα, νομίζω. Ο πατέρας μου αποφάσισε τότε να πάμε να μείνουμε σ’ ένα άλλο χριστιανικό χωριό, σε χριστιανική περιοχή. Αργότερα πήγαμε στη Βηρυτό. 

Εκεί τους βρήκε, το 1975, το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου. 

Τη λέξη πόλεμος δεν τη λέγαμε ποτέ, όμως την κλίναμε: «darah hiedrabou», «darabou», «darabouna» (θα βομβαρδίσουν, βομβάρδισαν, μας βομβάρδισαν). Με τους φίλους μου, είχαμε αναπτύξει μια έντονη αίσθηση για τους ήχους. Όταν ακούς «μπουμ», αυτό μπορεί να σημαίνει είτε ότι έπεσε μια βόμβα, κάπου μακριά, είτε ότι ένα κανόνι εξαπόλυσε μια βόμβα που θα έρθει να σκάσει ίσως κοντά σου. Αναγνωρίζαμε, αναγκαστικά, όλες τις αποχρώσεις. Ήμουν ικανός να πω για ένα κανόνι: «Είναι ένα 255, ή ένα 244». Έτσι όπως ένα παιδί περνάει την ώρα του κοιτάζοντας τ' αυτοκίνητα και λέγοντας: «Α, αυτό είναι Μερσεντές, εκείνο είναι Βόλβο».

Ήμουν ένα παιδί που το αγαπούσαν πολύ, αλλά με δίδαξαν να μισώ τους άλλους. Να απεχθάνομαι τους Μουσουλμάνους, τους Σιίτες, τους Σουνίτες, τους Δρούζους, τους Παλαιστίνιους, τους Εβραίους, τους Ισραηλινούς. Όλους εξίσου.

Το 1977, όταν ήμουν εννιά χρονών, δολοφονήθηκε ο δρούζος αριστερός ηγέτης Καμάλ Τζουμπλάτ. Βγήκαμε στους δρόμους για να χορέψουμε πάνω σε ένα πτώμα ακόμα ζεστό. Μόνο στα είκοσι κάτι μου χρόνια κατάλαβα τι σήμαιναν αυτοί οι πανηγυρισμοί. Μου φάνηκε σαν μια μεγάλη αδικία, στην οποία ήμουν και εγώ αυτουργός. Η ανάγκη  να γράφω προκύπτει από αυτό το συναίσθημα.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Wednesday, March 27, 2019

Το αόρατο κομμάτι




«[...] Ήθελα να γίνω άγιος. Να κάνω θαύματα. Προέρχομαι από μια οικογένεια με δεκαοχτώ παιδιά. Όπως σε όλες της οικογένειες εκείνης της εποχής, χρειαζόταν ένας γιατρός, ένας συμβολαιογράφος, ένας δικηγόρος, ένας δάσκαλος, ένας αγρότης για να αναλάβει τη φάρμα και μετά, καθώς έπρεπε επίσης να πληρωθεί και το χρέος προς την Εκκλησία, χρειαζόταν κι ένας εφημέριος. Εγώ, ήθελα να γίνω ποιητής, αλλά αυτό δεν υπήρχε στη λίστα των πραγμάτων που μπορούσαν να γίνουν τα παιδιά. Επομένως έγινα παπάς. Αυτό μου επέτρεψε να μάθω λατινικά και ελληνικά και να μείνω προσκολλημένος στα κείμενα. Δεν είναι πολύ μακριά από την ποίηση. Εντάξει, όμως. Ο Ιεζεκιήλ δεν είναι Μποντλέρ και οι Ψαλμοί, μέσα στη μπόχα απ’ το λιβάνι, καταντούσαν ανυπόφοροι. Υπήρχε το Άσμα ασμάτων, σύμφωνοι, αλλά ως εκεί. [...] Εγώ, δεν ήμουν ποιητής, όμως αγαπούσα την ποίηση όπως αγαπούν ένα όνειρο. Ήμουνα πιο υπομονετικός [...] Και στο τέλος συνέβη. Κάποια μέρα, χρόνια μετά, περπατούσα σ’ ένα μονοπάτι που περνούσε μέσα από δάσος. Άκουσα κραυγές. Πλησίασα. Ανάμεσα στα δέντρα, στις παρυφές του δρόμου, είδα μια γιγάντια αρσενική άλκη, ένα κτήνος 600 κιλών, ένα φοβερό τέρας. Στα πόδια του ένας άνθρωπος, με το κορμί ξεχαρβαλωμένο, που κουνιόταν ακόμα. [...] Υπάρχουν πράγματα που δεν σε ξεγελάνε: ξέρει κανείς πότε έρχεται η τελευταία του ώρα και η τελευταία μου ώρα είχε φτάσει, το ήξερα, τουλάχιστον η τελευταία μου ώρα σαν καλός χριστιανός. Ήταν τελειωμένη υπόθεση. Επιτάχυνε το βήμα της και όρμησε με όλη της τη δύναμη, με απερίγραπτη μανία. Τα μάτια της, το έβλεπα παρ’ όλη την απόσταση, έσταζαν αίμα. Χύμηξε και πότε στη ζωή μου δεν είχα νιώσει κάτι παρόμοιο όπως μπροστά σ’ αυτή την τερατώδη ομορφιά που ερχόταν προς το μέρος μου με τον εκκωφαντικό και υπόκωφο βρόντο του καλπασμού της.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Ένας λιμανίσιος σκύλος

Ήταν χτες, ήταν αύριο.  Τα δάχτυλά μου από πέτρα και ξύλο που δεν ξέρουν πια την ηλικία μου... Ήταν χτες, ήταν αύριο....